«ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ»…ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ??

Οι παροιμίες αποτελούν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της παράδοσης όλων των χωρών. Από γενιά σε γενιά, παιδιά και μεγάλοι σε ολόκληρο τον πλανήτη δεν παραλείπουν σε κάθε ευκαιρία να αναφερθούν στα παλιά ρητά τους. Είναι πολλές και ενδιαφέρουσες, με γερές βάσεις, και ξεκινούν από τον προφορικό λόγο για να μετατραπούν με τον καιρό σε έναν πολύτιμο λαογραφικό πολιτισμό για τις επόμενες γενιές. Όπως αναφέρει η Δήμητρα Τσότσου στη «Σφήνα», η λέξη παροιμία, ή proverbium στα λατινικά, είναι γνωστή περίπου από το 458 π.Χ., που τη συναντάμε στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου. Ωστόσο, η αρχαία Αίγυπτος φαίνεται να «γεννά» τις παλαιότερες συλλογές παροιμιών, γύρω στο 2500 π.Χ. Εκείνος όμως που έκανε την αρχή και ασχολήθηκε συστηματικά με τη ταξινόμηση τους ήταν ο Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης, που πίστευε ότι η σημασία τους είναι μέγιστη, αφού είναι ο καλύτερος τρόπος να διδάξεις την επόμενη γενιά. Ακολουθούν κάποιες πολύ γνωστές παροιμίες με ευφάνταστες και «ευρηματικές», αν όχι πάντα ακριβείς, ερμηνείες.


««ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΠΙΑ»
Στη βυζαντινή εποχή, εκείνος που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού ονομαζόταν Παπίας. Με τον καιρό, το όνομα αυτό έγινε τιμητικός τίτλος και δινόταν στους έμπιστους αυλικούς. Ο Παπίας είχε κάθε δικαίωμα να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα, να τρώει και να κουβεντιάζει μαζί του. Όταν ο αυτοκράτορας του παλατιού ήταν ο Βασίλειος ο Β’, Παπίας έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, ένας σκληρός άνθρωπος, ύπουλος και ψεύτης. Συνήθιζε να διαβάλλει τους πάντες και με τον καιρό έγινε το φόβητρο όλων. Όταν κάποιος παραπονιόταν πως αδικήθηκε, ο Χανδρινός προσποιούνταν τον έκπληκτο και τα μάτια του βούρκωναν. Φυσικά, πολύ σύντομα, το παλάτι κατάλαβε τη διπροσωπία του και από εκεί και έπειτα όταν κάποιος έκανε τον ανήξερο, οι φίλοι του έλεγαν ειρωνικά: «Ποιείς τον Παπίαν».
«ΑΥΓΑ ΣΟΥ ΚΑΘΑΡΙΖΟΥΝ;»
Ρωτάμε κάποιον που γελάει πολύ χωρίς λόγο. Ένα ρητό που χρωστάει τις ρίζες του στους Ρωμαίους, οι οποίοι μία φορά το χρόνο γιόρταζαν την Αφροδίτη και το Διόνυσο με τον πιο παράξενο τρόπο: Κάθε 15 Μαΐου ο κόσμος γέμιζε τις πλατείες και έπαιζε πετροπόλεμο… με αυγά μελάτα! Αυτό έκανε το πλήθος να γελάει πολύ για ολόκληρες εβδομάδες. Από τη γιορτή αυτή έλειπαν οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, οι στρατηγοί, οι άρχοντες, οι αυτοκράτορες, οι δεσποινίδες αλλά και πολίτες κατωτέρων στρωμάτων. Μάλιστα, αυτό το έθιμο υπάρχει ακόμα στις μέρες μας σε κάποια χωριά της Μεγάλης Βρετανίας, όπου συνηθίζεται κατά την περίοδο των δικών τους Αποκριών.
«ΑΣΤΟΝ ΝΑ ΚΟΥΡΕΥΕΤΑΙ»
Άκρως προσβλητικό ακόμη και στις μέρες μας. Στα Βυζαντινά χρόνια, οι κλέφτες, αντάρτες, μοιχοί και οι δειλοί, αλλά και πρόσωπα εξέχοντα με ιστορικό στις αμαρτίες, διαπομπεύονταν σε πλατείες και δρόμους. Η πρώτη και μεγαλύτερη τιμωρία τους ήταν να τους αφαιρέσουν τα μαλλιά, γεγονός που αποτελούσε μεγάλη προσβολή. Αυτό συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της Επανάστασης του ’21, που όταν κάποιος ήθελε να προσβάλλει κάποιον άλλον ή να τον απειλήσει, αναφερόταν στο να ξυρίσει το μουστάκι του. Το ρήμα κουρεύω για τους Βυζαντινούς σήμαινε και κουράζω και η φράση «άστον να κουρεύεται» σήμαινε «του αξίζει γιατί είναι σκάρτος».
«ΜΑΛΛΙΑΣΕ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ»
Όταν κάποιος προσπαθεί να πείσει το συνομιλητή του για κάτι και χρειαστεί να το πει πολλές φορές, τότε χρησιμοποιεί την παραπάνω παροιμία. Όσο αθώα και βαρετή κι αν φαίνεται, χρωστάει την καταγωγή της σε μια βάρβαρη τιμωρία που επικρατούσε κατά τη βυζαντινή εποχή. Εκείνος που μαρτυρούσε κάτι που δεν έπρεπε να ειπωθεί, τιμωρούνταν με ένα ειδικό χόρτο, το οποίο έπρεπε να μασήσει μέχρι να γίνει πολτός. Το χόρτο, όμως αυτό ήταν αγκαθωτό και αρκετά σκληρό, τόσο που να πρήζει τη γλώσσα, να τη ματώνει, ώστε σιγά-σιγά να την πληγώνει και να τη σπάει σε ίνες, όπως είναι και τα μαλλιά.
«ΚΑΘΕ ΚΑΤΕΡΓΑΡΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟ ΤΟΥ»
Στις μέρες μας δηλώνει την επαναφορά στην αρχική τάξη. Η λέξη κατεργάρης, όμως, προέρχεται από το κάτεργο, που ήταν ιστιοφόρο πολεμικό ή πειρατικό πλοίο με δύο ή τρεις σειρές κουπιών αλλά και φυλακή. Κατά το Μεσαίωνα, αυτά τα πλοία χρησιμοποιήθηκαν και κατεργάρηδες ονομάστηκαν οι κωπηλάτες σε κάτεργο, με άλλα λόγια το πλήρωμα αυτού του πλοίου-φυλακής. Όταν έπεφτε ο αέρας, αλλά το πλοίο έπρεπε να συνεχίσει την πορεία του, η εντολή που δινόταν ήταν αυτή η παροιμία, που διέταζε τον κάθε κρατούμενο να καθίσει στη θέση του και να πιάσει τα κουπιά.
«ΤΟΝ ΚΟΛΛΗΣΕ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ»
Κάποτε, ένας από τους στρατηγούς του Ρωμανού του Διογένη, ο Ιωάννης Δημαράς, σε μια βραδινή βόλτα με τη συντροφιά του, για να ψυχαγωγηθεί, όσους διαβάτες συναντούσε, τους έπιανε και τους κολλούσε στο τοίχο με ένα είδος ρετσινιού και πίσσας. Σκληρό μεν, αλλά από τότε μας έμεινε η εν λόγω έκφραση!
«ΑΛΛΟΥ ΠΑΠΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ»
Ένας παπάς, σε ένα χωριουδάκι της Κεφαλονιάς, αγράμματος, πήγε να λειτουργήσει σε ένα άλλο χωριό, αντικαθιστώντας έτσι έναν παπά που είχε αρρωστήσει για καιρό. Ο αμόρφωτος όμως παπάς, στο δικό του Ευαγγέλιο είχε βάλει τα σημάδια του, που τον διευκόλυναν να κάνει τη δουλειά του, όμως στο ξένο Ευαγγέλιο αυτά τα σημάδια δεν υπήρχαν, εφόσον ο παπάς του χωριού δεν ήταν καθόλου αγράμματος. Ο άτυχος παπάς, έχοντας τα χαμένα άρχιζε να λέει το Ευαγγέλιο που ψέλνουν την Κυριακή του Ασώτου. Τότε κάποιος από το εκκλησίασμα φώναξε: «Τι ψέλνεις εκεί, παπά; Λάθος Ευαγγέλιο;», και εκείνος απάντησε: «Τι να κάνω; Αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο»!
«ΜΥΡΙΖΩ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΜΟΥ»
Όταν κάποιος δεν γνωρίζει κάτι που τον ρωτούν, εκνευρισμένος ρωτά: «Πού θες να ξέρω εγώ; Να μυρίσω τα νύχια μου;». Η φράση αυτή χρωστάει τις ρίζες της στην αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιερείς των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλα τους σε ένα υγρό που η βάση του ήταν το δαφνέλαιο και τις αναθυμιάσεις του οποίου εισέπνεαν, έτσι ώστε να υπνωτιστούν κατά κάποιον τρόπο και να προβλέψουν τα μελλούμενα.
«ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΤΗΣ ΜΙΧΑΛΟΥΣ»
Στο μετεπαναστατικό Ναύπλιο, τότε που ήταν πρωτεύουσα της Ελλάδας, υπήρχε μια γυναίκα, η Μιχαλού, κάτοχος μιας ταβέρνας. Η Μιχαλού δεν δίσταζε να κάνει τα στραβά μάτια σε κάποιον που δεν την πλήρωνε εκείνη τη στιγμή, παρ’ όλα αυτά, έδινε μια προθεσμία και αλίμονο σ’ εκείνον που ξεχνούσε αυτή την προθεσμία. Η Μιχαλού φρόντιζε να τους στολίζει με κοσμητικά επίθετα, καθόλου ευγενικά, και οι φωνές της γέμιζαν το τόπο όλο! Μόλις άκουγαν οι κάτοικοι της περιοχής τις φωνές της, έλεγαν: «Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς»!
«ΕΦΑΓΑ ΧΥΛΟΠΙΤΑ»
Περίπου στα 1815 υπήρχε ένας κομπογιαννίτης που ονομαζόταν Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε ανακαλύψει το φάρμακο για τους πολύ ερωτευμένους. Υποστήριζε πως ήταν ένα μίγμα από σταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο, το καταλληλότερο παρασκεύασμα για εκείνους που αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση! Μόλις ο «πληγωμένος από έρωτα» έτρωγε το συγκεκριμένο χυλό, θα ξεχνούσε μια για πάντα το πρόβλημα του.»

Αναδημοσίευση από Σφήνα

About these ads

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s